Του Αρακά, νυν
και αεί.
Ο χειμώνας ήρθε
αδυσώπητος. Ήρθε να δοκιμάσει τις αντοχές
και τα νεύρα μας, να παίξει με τα φρένα
και τις φρένες μας. Λες και δεν ήταν
παγωμένο το χαμόγελο στα χείλη μας από
τα χαράτσια, λες και δε φυσούσε στις
ψυχές μας ο παγωμένος άνεμος της κρίσης.
Αυτής της κρίσης που ξαμολήθηκε επι
δικαίων και αδίκων, που έπεσε ουρλιάζοντας
πρόστυχα και κραδαίνοντας το σπαθί της
πάνω στα μάτια των παιδιών και στις
καρδιές των γέρων. Που γέμισε με φόβο
τις ήδη δειλές καλησπέρες μας και ξέρασε
τη φρίκη της έξω και μέσα απ' τα
παραθυρόφυλλά μας. Και μας άφησε τρέμοντες
να προσπαθούμε να καλύψουμε με κουρέλια
τις γυμνές μας σάρκες. Έτσι μας βρήκε ο
χειμώνας.
Ξυπνήσαμε κι
αντικρύσαμε έξω απ' τα τζάμια το ψύχος
και τον παγετό να απολυμαίνουν τις
αμαρτίες και να ξυρίζουν κόντρα την
αλαζονεία μας. Κι εμείς, ηλιομάθητοι
και αρμυροθρεμμένοι, απομείναμε να
κοιτάμε με βουβή απελπισία, όπως όταν
μας έβρισκε η μπόρα στην αλάνα, πιτσιρικάδες
με γρατσουνισμένα γόνατα και γρατσουνισμένο
εγωισμό. Καινούργια μοναξιά. Μοναξιά
σε λευκό ματζόρε.
Παραδέξου το.
Στάθηκες κι εσύ μπροστά στον καθρέφτη
να μετράς “τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι,
πόσο το πετρέλαιο;” Και μετρήθηκες με
τον καθρέφτη και βρέθηκες λειψός. Και
μετρήθηκες με την τράπεζα, με τη θέρμανση
και την κίνηση, με το ψυγείο και με το
χιόνι και βρέθηκες λειψός. Μα πιο πολύ,
βρέθηκες μόνος. Και τώρα, μάγκα μου, τι
γίνεται; Που βγήκες να ζητήσεις βοήθεια
και γύρω σου σκιές μονολογούσες, με τα
μάτια βουτηγμένα στη λάσπη και κοκαλωμένα
δάχτυλα στην τσέπη, ξόανα ντυμένα τον
εαυτό τους. Πού είναι όλοι; Και κυρίως
πού είσαι εσύ; Γιατί τρέχεις με την ψυχή
σου ριγμένη στα πόδια σου, πατσαβούρα
να τη σβαρνίζεις σε κάθε σου βήμα;
Ηλίθιε. Θάρρεψες πως γυρνώντας στο
λαγούμι σου θα βρεις τη ζεστασιά;
Στάσου. Μην
κάνεις βήμα. Όχι, μην περιμένεις να
περάσει η θύελλα. Τώρα στάσου. Στάσου
στη μέση του δρόμου, στη μέση των καιρών
και των ανέμων. Στάσου και κοίτα γύρω
σου. Κι ας σε τυφλώνει το κρύο, κι ας σε
χαρακώνει το λευκό αδέκαστα. Άπλωσε τα
χέρια κι άρπαξε την πρώτη μοναξιά που
θα σε προσπεράσει. Και κράτα την σφιχτά.
Θα σου αντισταθεί. Μην την παραξηγείς.
Είναι που ξέμαθε να την κρατούν. Αλλά
εσύ να επιμείνεις. Και θα δεις ότι θα
χαλαρώσει ο κόμπος στο στομάχι, θα λυθεί
ο σπασμός, θα μπλεχτούνε τα δάχτυλα
απαλά χωρίς να το καταλάβεις κι αν
σταθούμε σιωπηλοί θ' ακούσουμε, το ξέρω,
ν' ανθίζει η πρώτη αμυγδαλιά του κόσμου.
Κι αν κοιτάξουμε ψηλά θα δούμε, να
γεννιέται η αχτίδα που θα λιώσει τον
πάγο.

5 σχόλια:
Πολύ κρύο εφέτος...
Τι σχόλιο να κάνει κανείς σε ένα τέτοιο κείμενο χαστούκι-και-χάδι-μαζί... Δώρο Θεού το ταλέντο σου κούκλα μου! Φύλαξέ το σαν φυλαχτό, ευχή και κατάρα, καπνό κι αντάρα! Μίλησες στην καρδιά μου σαν φίλος παιδικός και σκύλος φιλικός.
Κι αυτό, δεν τ' αλλάζω μαθές για όλα τα χρυσάφια του κόσμου! Τι κι αν δεν σ' έχω δει ποτέ, από σήμερα σε μετράω στους φίλους μου. Να 'σαι καλά ρε!
Σ' ευχαριστώ πολύ Μιμάκο μου για τα καλά σου λόγια! Μου θυμίζεις ένα φίλο από Λετονία, φίλο γκαρδιακό. Εύχομαι τούτη η άνοιξη ν' ανθίσει μέσα στην καρδιά σου.
Μήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε;
Είσαι τουλάχιστον δυο βδομάδες μπροστά από την εποχή σου, για αυτό πρόσεξε να μην το πληρώσεις ακριβά, όπως τόσοι και τόσοι πιονέροι της γνώσης και της μάθησης.
Επίσης, το protagon είναι γτπ. Για να δημοσιευτεί σχόλιο πρέπει να πιπώσεις το Θεοδωράκη (και όχι πάντα το Σταύρο) ή να βγάλει ξανά κυβέρνηση ο Γιωργάκης (και όχι πάντα ο ΓΑΠ).
Δημοσίευση σχολίου