ΘΕΡΟΣ
Γράφει ο Κώστας Λουτσίδης
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Τέλη της δεκαετίας του 50 αρχάς 60 εννιάχρονα και δεκάχρονα παιδιά, ξυπόλητα, με κοντό σορτσάκι και φανελίτσα κασκορσέ επάνω, πέλμα ποδιών μαλθακό από τον χειμώνα, μας ταλαιπωρούσαν στην αρχή τα τριβόλια, μετά πέντε μέρες δέρμα σκληρό και αργασμένο στην πυρωμένη άσφαλτο και στο καυτό χώμα δεν καταλάβαινε τίποτα.
Καλοκαίρι ζεστό 40 βαθμούς κελσίου θέρος τρέχαμε σαν τα ελεύθερα πουλιά στα χωράφια και στις κομπίνες και μετά στα αλώνια στην 'ΠΑΤΟΖΑ για να δούμε από κοντά την τελική πράξη μόχθου και ιδρώτα μιας χρονιάς.
Τρακτέρ ΜΑΚ ΚΟΡΜΙΚ χοντρό λουρί και πλατύ μετέδιδε την κίνηση στην ΠΑΤΟΖΑ. "ΑΦΟΙ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ". (Κόκκινο τρακτέρ στο χρώμα κόκκινη και η πατόζα μου διαφεύγει η μάρκα, σήμα κατατεθέν). θημωνιά - πασαδόρος με το μακρύ δικράνι ανεβατόρι - κόφτης και τέλος ο ταιστής η ιεραρχία.
Εμείς κοντά στον πασαδόρο τον βοηθούσαμε να ρίχνει τα δεμάτια στο ανεβατόρι, αισθανόμασταν μεγάλοι κάναμε κάτι παράξενο και συγχρόνως μεγάλο,
ΠΑΣΑΔΟΡΟΣ
Συνήθως γύρο στα 30 γεροδεμένος γυμνός από τη μέση και πάνω λουσμένος στον ιδρώτα, κάτω από τον καυτό ήλιο προσπαθούσε για το μεροκάματο.
ΚΟΦΤΗΣ
Ο πιο νεαρός από όλους γύρω στα 20 λίγο πριν από το στρατό, λίγο μετά από το στρατό, νεαρό παιδί, ψηλόλιγνος - οστεώδες πρόσωπο, καρπουζόφλουδα στα μαλλιά, (να τραβάει τα κορίτσια και τις μύγες), τσατσάρα στην κωλότσεπη, χωρίς χοληστερίνη, πού να τι βρει άλλωστε;
ΤΑΙΣΤΗΣ
Από 30-40 χρονών ο πιο μεγάλος μάλλον πιο υπεύθυνη θέση, συνήθως παντρεμένος με παιδιά, μουστάκι ποντικοουρά κατά τη μόδα της εποχής σοβαρός βλοσυρός και μαυροχαχαλιασμένος. Από τα χέρια του περνούσε το δεμάτι και κατέληγε στη χοάνη, που μερικές φορές μούγκριζε η πατόζα με έναν ήχο παράξενο και δυνατό. (σε λίγα χρόνια σε λίγα χρόνια δεν θα είχε μέινει κανείς από αυτούς, θα τους είχε πάρει το κύμα της μεγάλης φυγής για τη Γερμανία, για μια καλύτερη ζωή αδειάζοντας τα σπίτια και ερημώνοντας την ύπαιθρο Ας είναι.). Εμείς κοιτούσαμε με δέος όλη αυτή τη διαδικασία μέχρι το τελικό αποτέλεσμα που ήταν το σιτάρι και το άχυρο.
Ξαφνικά χειροκροτήματα και αλλαλαγμοί!
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω του μεσημεριού Ντάλα καλοκαίρι, ο ήλιος να τσουρουφλίζει ο Παναγιώτης έφτασε, φίλος που χάθηκε πρόωρα.
ΤΑΜ-ΤΑΜ, ΚΡΙ-ΚΡΙ, λεμονάδες πορτοκαλάδες, γκαζόζες έχω ορίστε! Παγωνιέρα.
Περικυκλωμένος ο Παναγιώτης από 20-30 παιδιά σκονισμένα - διψασμένα. Κοιτούσαμε με αγωνία ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα να ανοίξει γκαζόζα! Από εμάς κανείς, δραχμή ούτε για δείγμα, δεν υπάρχει σάλιο.
Καινούριο οχλοβουητό κάποιος φωνάζει ότι κατεβαίνει ο ταιστής από την πατόζα, πράγματι τον βλέπουμε να πλησιάζει (έχει αφήσει κάποιον άλλο στη θέση του) φτάνει κοντά μας, τον βλέπουμε να περνάει τη γλώσσα του πάνω από τα ξηραμένα χείλη του (μάλλον γιαλαμάς) η απόσταση των λίγων μέτρων που κάνει την προσμονή πιο γλυκιά φτάνει στο όνειρο είναι έτοιμος να το αγγίξει, προχωράει προς εμάς μας παραμερίζει με τρεμάμενα πόδια φτάνει επιτέλους στην πηγή, χαμόγελο θριάμβου - βιαστικές κινήσεις, ψάχνει τη δραχμή στο παντελόνι - αγωνία! μήπως χάθηκε η δραχμή, προσμονή! επιτέλους τη βρίσκει! Παρακολουθούμε τη σκηνή με κομμένη την ανάσα, μόνο το μονότονο τραγούδι του τζίτζικα ακούγεται, Ναι επιτέλους τη βρήκε! χειροκροτήματα - αγκαλιές - ανυπομονησία.
Ο Παναγιώτης ανοίγει με επιδέξια κίνηση επαγγελματία τη γκαζόζα. Ένας ήχος παράξενος ελκυστικός εκκωφαντικός, που διαπερνά το κορμί μας με ρίγος! Εκείνο το ΤΣΑΦ της γκαζόζας ήταν ο ήχος της γκαζόζας ο δικός μας ήχος που θα μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή.
Τον παρακολουθούμε να πίνει, η πρώτη γουλιά πάει χαράμι, ξεπλένει το στόμα του από τα άγανα και το άχυρο την ρίχνει στο χώμα, ιεροσυλία! απτόητος πίνει, μέχρι τον πάτο αργά βασανιστικά και σαδιστικά, βλέπουμε το λαρύγγι του να ανεβοκατεβαίνει το μήλο του ΑΔΑΜ.
Ο ταιστής τελειώνει τη γκαζόζα γυρίζει προς εμάς ανοίγει με τα μακριά του χέρια δρόμο περνά ανάμεσά μας και κατευθύνεται προς την ΠΑΤΟΖΑ με αργά αλλά σταθερά βήματα. Τον παρακολουθούμε που φεύγει, για μας πέρασε στον χώρο του μύθου ήπιε γκαζόζα. Τελικά παντού υπάρχει ένας μύθος!!!
Ο Παναγιώτης μας λέει ότι πίνει όσες γκαζόζες θέλει ή ΤΑΜ-ΤΑΜ τον περικυκλώνουμε, τον αγκαλιάζουμε, τον νταντεύουμε, εμείς που είμαστε και φίλοι! Ο Παναγιώτης δεν καταλαβαίνει τίποτα ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει φεύγει. Μένουμε με το όνειρο ανεκπλήρωτο το όνειρο της γκαζόζας μόνο ο ήχος της μας ακολουθεί, εκείνο το ΤΣΑΦ βασανιστικό - σαδιστικό - ελκυστικό.
Πέφτουμε στο κρεβάτι σκονισμένοι και αποκαμωμένοι αργά τα μεσάνυχτα, ανοιχτή πόρτα, ολόγιομο φεγγάρι, νυχτολούλουδα που μοσχοβολούσαν.
Ο Μακρινός ήχος της πατόζας να μας νανουρίζει, που μου έφερνε στο νου τη δεκαετία του τριάντα στην Αμερική τη μεγάλη φυγή των Αμερικανών Αγροτών στα χρόνια της ξηρασίας στον Αμερικανικό Νότο από το βιβλίο του ΤΖΩΝ ΣΤΑΙΝΜΠΕΚ "Τα σταφύλια της οργής"
Πριν με πάρει οριστικά ο ΜΟΡΦΕΑΣ στην αγκαλιά του ένα χαμόγελο, χαμόγελο νικητή ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου, η υπόσχεση της γιαγιάς μου ότι θα μου δώσει 1 δραχμή για γκαζόζα, θα τους δείξω εγώ!!
ΚΑΛΥΝΥΧΤΑ
Το αφιερώνω στη μνήμη των χαμένων παιδικών μας Παραδείσων, και στους συντρόφους των παιδικών μας παιχνιδιών.
Αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του συγγραφέα από το "Βήμα της Άνθειας", Αρ. φύλλου 247.
Διατηρήθηκε η στίξη και η ορθογραφία του συγγραφέα.
2 σχόλια:
Λοιπόν, αν δεν μου υποσχεθείς εδώ και τώρα και ενώπιον όλων ότι θα βγάλουμε μια φωτογραφία η άλλη ΠΑΣΑΔΟΡΟΣ ξώβυζη, εσύ ΚΟΦΤΗΣ με καρπουζόφλουδα και τσατσάρα και εγώ ΤΑΙΣΤΗΣ μαυροχαχαλιασμένη με ποντικοουρά, θα σε ταΐσω στην ΠΑΤΟΖΑ!
Μα πώς δεν το σκέφτηκα από την αρχή; Ντροπή μου! ΤΑΜ ΤΑΜ θα βρούμε λες;
Δημοσίευση σχολίου