Αρακάς - Βασιλιάς. Δύο έννοιες φαινομενικά ασύνδετες. Χα! Αν η προηγούμενη πρόταση στερείτο επιρρήματος ίσως η ανθρωπότητα να είχε σωθεί από το παρακάτω κείμενο. Αλλά ποιά είμαι εγώ για να σώσω την ανθρωπότητα; Μήπως είμαι κάποια; Όχι. Όπως και να' χει, η μετάβαση από τον Αρακά στο Βασιλιά και τανάπαλιν είναι μια διαδικασία απλή, βασισμένη όμως σε μία εξίσωση απαράμιλλης διανοίας που χρειάστηκαν πάνω από χίλια διακόσια τριάκοντα και βάλε χρόνια για να αποκρυπτογραφηθεί και να απαγκιστρωθεί.
Πρόσφατες ανασκαφές στην οροσειρά Αλτάι της Κιργιζίας έφεραν στο φως τα απόκρυφα ευαγγέλια του Προζαάκ του Άπλυτου του Αποφράκτη που έζησε για χρόνια σε μια σπηλιά στο πιο ψηλότερο βουνό τρώγοντας τη γλίτσα που κατακάθουνταν στα τοιχώματα του μίζερου τσαρδιού του ενώ μ’ ένα σουγκλί χάραζε τις σκέψεις του, αποκυήματα της ένωσης του με το Θείο, πάνω σ' ένα τεράστιο κομμάτι πασταποξηραμένου κρέατος που του 'χε χώσει στη ζούλα η μάνα του στο δισάκι του στον ώμο για το δρόμο.
Ο Προζαάκ στα χρόνια της αυτοεξορίας και της ερημοποίησής του καταπιάστηκε με τρισεκατομμύρια προπατορικού βεληνεκούς βασανιστικά φιλοσοφικά ερωτήματα (ευρύτερα γνωστά ως ΠΡΟ.ΒΕ.ΒΑ.ΦΙΛ.Ε.) όπως: «Ποιο κορμί σε ταξιδεύει;», «Ποιος να ξέρει στο βλέμμα του πίσω τι κρύβει ο Θεός για ‘μας;», «Τι σου κάνω μάνα μου;», «Τι είναι αυτό που θέλεις σεξ;», «Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά;», «Πώς καταντήσαμε λοχία;», «Γιατί Θέμου η ζωή με κυνηγάει σαν το ληστή;», «Πού έβαλα τα κλειδιά;», «Ποιος είσαι ‘συ που ‘ρθες εδώ σε ‘μας να κάνεις πλάκα;», «Πούσουν μάγκα το χειμώνα;» και «Τι έγινε ‘κείνο το τρένο που έβλεπε;». Ποτέ μα ποτέ όμως δεν τον απασχόλησε ο θρύλος της χαμένης σύνδεσης ανάμεσα στον Αρακά και τον Βασιλιά.
Μόνο καμιά φορά σαν κόπαζαν τα ουρλιαχτά της ύαινας που την έπεφτε στο διπλανό φαράγγι, η σκέψη του σεργιάνιζε στα βράδια κάποιου μακρινού χειμώνα στο χωριό του, τη γραφική Μπουμπλεγκαάν, όταν καθισμένα γύρω απ’ τη φουφού, αυτός και τα τριαντατέσσερα μικρότερα αδέρφια του, άκουγαν σαν υπνωτισμένα τον σοφό πάππο τους τον Ζιρτεέκ να τους μιλάει για μεθυσμένες πολιτείες και περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίει, έι! Τους έλεγε για τότε που τα Βλίτα δεν ήταν κουτά και τα Παντζάρια δεν ήταν δειλά και ο Αρακάς… αχ ο Αρακάς… σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα κι έκανε τα κοριτσόπουλα να στέκουνται με τις ώρες στα παραθύρια μήπως και κλέψουν ένα βλέμμα του στα πεταχτά και νιώσουν πάλι τσ’ αγάπης το γλυκό πουλί της νιότης. Και μύριζε ο κόρφος τους γιασεμί και καβαλίνες… Κι αυτός, μόλο που ήταν του Ρήγα ο γιός, καμία δεν επαραγνώριζε… Μήτε τη στραβοκάνα, μήτε τη γκαβή, μήτε την κουλή, μήτε τη φθισικιά, μήτε την αλεξιπρόβατη με φιμπρίες.

Η πιο γνωστή όμως σχέση οργής - στοργής ανάμεσα σε Αρακά και Βασιλιά είναι εκείνη του Λουδοβίκου του Κατόρζ με τον Αρακά που εφύετο στο λεγόμενο Πορταζέ ντου Ρουά (a.k.a. ο μπαχτσές του Βασιλιά) και μα τον Άγιο Νεκτάριο εκείνη την εποχή γράφτηκε από ανθρώπου χέρι το παρακάτω:
« Η τρέλα για τον Αρακά συνεχίζεται! Η ανυπομονησία του να περιμένεις να τον φας, το να τον έχεις φάει και η ευχαρίστηση του να τον τρως είναι τα τρία ζητήματα για τα οποία συζητούν εδώ και τέσσερις μέρες οι πρίγκιπές μας». Χχμμμμ…
Τέλος πάντων επειδή εγώ γι’ αλλού ξεκίνησα κι αλλού η ζωή με πάει και δεν είναι να παίζεις μ’ αυτά τα πράματα, με συνοπτικές διαδικασίες καταλήγω στα παρακάτω:
Αρακάς <=> Στρογγυλός <=> Λείος <=> Φρέσκος <=> Πράσινος <=> Βένετος <=> Βυζάντιο <=> Αυτοκρατορία <=> Ανάκτορο <=> Μονάρχης <=> Βασιλιάς
Και ο νοών νοείτω...
1 σχόλιο:
Ένα βρακί! Ένα βρακί!
Δημοσίευση σχολίου